Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

ΒΑΦΤΙΣΕ ΜΕ





Βάφτισέ με “πάθος”.
Άσε με να κοινωνήσω απ’ τα δικά σου χείλη,
σπρώξε λίγο τις στιγμές που με πλησιάζουν
και κλείδωσέ με στον δικό σου αέρα.

Παίξε με τις δικές μου επιθυμίες,
άγγιξε τα χέρια που με ακουμπούν,
θαύμασε τα μυαλά που με συναρπάζουν.

Δεν φοβάμαι μήπως δεν με χωρέσεις,
φοβάμαι μήπως δεν σου φτάσω.
Δεν φοβάμαι να πέσω στον λήθαργο των ονείρων μου,
φοβάμαι μήπως κι αυτά με ξυπνήσουν.

Βάφτισέ με και θα σου δοθώ σαν άγιο σώμα.
Κι όταν η πράξη αυτή φτάσει στο τέλος της,
το ποίημα θα έχει ολοκληρωθεί…

ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

ΚΟΙΤΑ ΜΕ





Καμιά φορά, τα λόγια είναι τόσο φτωχά, τόσο μικρά.
Με τα μάτια σου μόνο, θέλω να μου μιλάς,
να με τυραννάς.

Με την αναπνοή σου να με διαπερνάς.
Με τις άκρες των δαχτύλων σου να με σκορπάς.
Κι όταν όλα αυτά δεν θα φτάνουν πια,
να με σκεπάζεις με το κορμί σου.
Να με πνίγεις με τη σιωπή σου.
Να γίνεσαι το αίμα μου, η ίδια η μορφή μου.

Κι όταν, ούτε όλα αυτά θα μας χωράνε πια.
Κι όταν, ο ίδιος ο θάνατος θα μισήσει την δική του μοναξιά.
Θα ευχηθούμε στον ουρανό, εκεί ψηλά,
να μας πάρει κοντά στ’ αστέρια και στου ήλιου τη φωτιά.
Μέσα στης βροχής τη δροσιά.

Αλλά κι εκεί, τα λόγια μας θα είναι πάλι περιττά.
Γιατί θα σε κοιτώ και θα με κοιτάς,
γιατί ο έρωτάς μας, υπεράνω Θεών και δαιμόνων,
ο έρωτάς μας επίγειος κι ουράνιος,
ο έρωτάς μας αθάνατος, έχει να πει πολλά
κι ας τρέφεται μόνο με μια μας ματιά.

Μη μιλάς. Απλά κοίτα με…

ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ







Κι έφυγες τη στιγμή που έμαθα να δίνω.
Λιποτάκτησες απ’ τον παράδεισο που εγώ η ίδια ζωγράφισα με τα χέρια μου.
Έριξες στη φωτιά το παραμύθι που σου διάβαζα τις νύχτες.
Φύσηξες να σβήσει το κερί που κρατούσα αναμμένο με τις ανάσες μας.
Ότι πόθησα κι ότι ονειρεύτηκα το πήρε ο άνεμος.
Το σκόρπισε, το διαμέλισε.

Υπολόγισες τον θάνατο όταν με έδινες σε αυτόν;
Ή απλά με πούλησες όσο-όσο ζητώντας πίσω σαν αντάλλαγμα
τη ψυχή σου;


ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΕΣΑ ΜΟΥ






Διάλεξα μια ηλικία κι έμεινα εκεί.
Μη με ρωτήσετε πόσο…
Ένα νούμερο είναι εξάλλου.
Τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο.
Η ηλικία είναι η ψυχή, λένε. Και νομίζω πως αυτό διάλεξα.
Να ακολουθώ τη ψυχή μου κι όχι τα χρόνια μου.
Όσο περνούσαν τα χρόνια, δεν προχωρούσα μπροστά.
Έκοβα ταχύτητα! Χαλασμένο “αμάξι”;
Όχι. Φοβισμένο ίσως.
Ένας φόβος να μη χάσω την αισιοδοξία μου για τη ζωή,
το γέλιο και τη χαρά που πάντα με χαρακτήριζαν.
Ένας φόβος να μη χάσω την αγνότητά μου!
Όσο κι αν προσπαθούν να μου “φυτέψουν” στο μυαλό καταιγίδες και τέρατα,
εγώ επιμένω, παιδί!
Ένα παιδί που τον κάκτο τον βλέπει τριαντάφυλλο
και τ’ αγκάθια τους προέκταση της φυσικής ομορφιάς τους.
Ένα παιδί που όταν βρέχει,
τρέχει κάτω απ’ τη βροχή να μουσκέψει το πρόσωπό του,
να το πλύνει από τις στεναχώριες των ενηλίκων,
από τη “μουντζούρα” της θλίψης τους
και να γελάσει και πάλι, να ξεκαρδιστεί στα γέλια.
Να το ακούσουν οι άνθρωποι, τα ζώα, τα πουλιά, η πλάση όλη.
Να ξυπνήσουν από τον θόρυβο αυτό.
Ίσως έτσι, το ξημέρωμα κάθε μέρα να έρχεται πιο γρήγορα.
Τόσο απλά, από τον αντίλαλο της φωνής του!
Είμαι ένα μεγάλο παιδί κι έτσι θέλω να μείνω.
Ένας μικρός ενήλικας κι έτσι θέλω να νιώθω.
Διάλεξα ένα τρένο και μπήκα στο τελευταίο βαγόνι.
Πάντα φτάνω στον προορισμό μου, αλλά “αργοπορημένα”.
Και τελικά, δε φοβάμαι μη γεράσει το πρόσωπό μου,
αλλά μη γεράσει η ψυχή μου, γιατί μόνο τότε εγώ θα πεθάνω!
Όταν κρύβομαι από τα γεγονότα της ζωής που με καταδιώκουν,
τραγουδώ και χορεύω ασταμάτητα, ένας δικός μου τρόπος να ξορκίζω το κακό.
Δεν είμαι σίγουρη αν “περπατάω” μαζί με τη ζωή,
δεν ξέρω καν, αν η ίδια η ζωή με θέλει μαζί της.
Αυτό που σίγουρα όμως ξέρω είναι ότι παιδί γεννήθηκα
και παιδί θέλω να πεθάνω!
Ένα παιδί με πλήρη αυτογνωσία της αθωότητάς του.
Ένα παιδί που τους αγαπάει όλους κι ας το καταστρέφουν.

ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ





"O έρωτας γλυκέ μου άνθρωπε σου έλεγα έρχεται πάντα καμουφλαρισμένος…"


Φοράει τα καλά του, χαμογελάει σαν ήλιος και σε καίει πριν το καταλάβεις.
Η αγκαλιά του σε κάνει να λιγώνεσαι από επιθυμία και πόθο αλλά τα χέρια του
είναι αόρατα μαχαίρια που σε κόβουν κομματάκι-κομματάκι και ο πόνος είναι τόσο
γλυκός στην αρχή που δεν τον καταλαβαίνεις παρά μόνο όταν φτάσεις στο σημείο
να μετράς φλέβες ανάπηρες πάνω σου και ξαφνικά να βουλιάζεις στο ίδιο σου το αίμα.
Πριν τον γευτούμε παρακαλάμε για έναν τέτοιο “θάνατο” αλλά η ωρίμανση έρχεται
πολύ γρήγορα μέσα από τον πόνο που μας χαρίζεται στην αρχή φειδωλά και μετά
με δόσεις που ο οργανισμός δεν αντέχει..
Πάντως, το ομολογώ, εμείς οι άνθρωποι γεννηθήκαμε με το μικρόβιο του μαζοχισμού
στα κύτταρα μας.
Μετά από μπόλικο σύρσιμο στα πατώματα και κλάμα-βροχή 
επιδιώκουμε πάλι φουρτούνες !!
Αποζητάμε τον έρωτα όπως ο ναρκομανής την δόση του!
Τώρα θα μου πεις…. ούτε στον παράδεισο δεν κάνει ο άνθρωπος μόνος του, 
αλλά τόσος πόνος και λύπη τα αξίζει όλα αυτά ;
Kι αυτή η καρδιά μας επιδιώκει να χτυπά πάντα σε ρυθμούς ταγκό 
ασχέτως αν δεν ξέρει τα βήματα.
Εγώ πάντα φοβόμουν αυτόν τον χορό, ίσως γιατί από το πολύ κάψιμο 
πονούσαν οι πατούσες μου, ίσως γιατί οι αντοχές είχαν εξαντληθεί.
Βέβαια, θα μου πεις πάλι, αν φοβάσαι τον έρωτα είναι σαν να φοβάσαι 
την ίδια την ζωή, εγώ όμως θα σου απαντήσω, δεν ξέρω τι φοβάμαι περισσότερο.. 
με την ζωή πετάω αλλά με τον έρωτα χάνομαι, ταξίδι κανονικό 
και η πτήση φέρνει πάντα και την προσγείωση!
Αν πετούσα καθ’όλη την διάρκεια της ζωής μου δεν θα ήμουν άνθρωπος , 
πουλί θα ήμουν !!!
Θα πω ψέματα αν πω πως δεν θέλω να βρω κορμί να με φιλοξενήσει,
 που να το βρεις όμως σήμερα… το “ενοίκιο” στοιχίζει ακριβά.
Είπαμε να νιώσουμε τον έρωτα όχι όμως να ξεπουληθούμε κιόλας!
Δεύτερη ψυχή δεν έχει μετά!

Δύσκολες οι σχέσεις σήμερα, κι ακόμα πιιο δύσκολοι οι άνθρωποι 
που έμαθαν στα πολλά και ξέχασαν τα λίγα ...


ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

NA MΠΟΡΟΥΣΑ






Να μπορούσα να αγκιστρωθώ πάνω στα δάχτυλά σου,
να κολλήσουν τα χείλια μου πάνω στο μέλι των δικών σου,
να πάγωναν τα μάτια μου πάνω στην εικόνα σου,
να σερνόμουν, σαν να μην είχα άκρα, πάνω στο κορμί σου.
Να μύριζε ο ιδρώτας μου πάνω στον δικό σου από την υπέρτατη ένωση.
Να μπορούσα να έβγαζα την καρδιά μου και να στην έχωνα με βία μέσα σου,
να την σφήνωνα δίπλα στην δική σου,
να έκλαιγα και με τα δάκρυα μου να ξέπλενα τις μαυρίλες σου,
να μην ξεχώριζα μέρα ή νύχτα γιατί ο έρωτας σου θα ήταν υπεράνω
ώρας, μέρας και χρόνου.
Να μπορούσα να κοιμάμαι μόνο όταν σε είχα δίπλα μου,
να μπορούσα να αναπνέω μόνο μέσα από το φιλί σου,
να μπορούσα να σε φύλαγα μέσα στην αγκαλιά μου μακριά από κάθε κακό.
Να μπορούσα να αγγίξω αυτό που με κάνει να νιώθω πείνα,
να πιω από την πηγή του κορμιού σου.
Να μπορούσα να σε είχα μπροστά μου αυτήν την στιγμή
και τίποτα να μην υπήρχε γύρω μου,
ούτε καν εγώ ….απλά να μπορούσα να σε νιώσω , έστω έτσι..άυλα …

Αυτός είναι ο έρωτας, που θα ήθελα να μπορούσα …
που θα ήθελα να βιώνω…

Θα ήθελα, με ακούς ;


ΝΙΚΗ ΤΑΓΚΑΛΟΥ

ΕΡΩΤΕΣ ΕΝ ΤΑΦΩ






Ένα βράδυ πήρα ένα σφυρί κι άρχισα να κοπανάω τα πόδια μου.
Ήθελα να μείνω καθηλωμένη εκεί, μόνη.
Ήθελα να μην ξανά παλέψω με αυτούς.
Μέσα μου κολυμπούσαν κομμάτια.
Από τον καθένα και ένα.
Κάποια με λείες γωνίες και κάποια πολύ μυτερά.
Σε κάθε κίνηση τους έπεφτα κάτω και σφάδαζα
από τον πόνο.
Παρόλα αυτά πάντα ξεκινούσα να συλλέξω ένα καινούργιο.
Αυτό που έτρεμα ήταν μήπως έρθει η μέρα
που θα ερωτευτώ αληθινά και μόλις αυτός μπει μέσα μου τον κόψω.
Εάν τον σκότωνα θα πέθαινα.
Αλλά σε αυτήν την θέση, την ενωμένη.



      Νίκη Ταγκάλου